Πέμπτη, 1 Μαΐου 2014

Θα σου πω μια ιστορία

Έρχομαι για να σου πω μια ιστορία. Μια ιστορία που την έριξα στη φωτιά απ' το ξεκίνημα της. Και αυτό που βλέπω είναι πως καίει ακόμη.

Ίσως μέσα απ' τα μάτια μου όλα αυτά να φαντάζουν λίγο διαφορετικά, μα έχουν αλήθεια, στο βεβαιώνω, έχουν και γέλιο, έχουν και δάκρυ, έχουν φως και σκοτάδι. Έχουν χρώματα. Έχουν εμένα και εσένα και κλωστές μπερδεμένες.

Μέσα απ' τα μάτια μου λοιπόν θα σου διηγηθώ αυτά που έζησα κι εκείνα που ονειρεύτηκα.

Θα σου πω για ένα κορίτσι που σου 'κανε σινιάλα στο σκοτάδι, μα 'δε το βλεπες. Θα σου πω για ένα κορίτσι που έψαξε καιρό πολύ για να σε βρει. Και σε βρήκε, πίσω από κάτι χαλάσματα. Και ίσως σε φόβισε το έντονο φως που έριχνε στα μάτια σου. Μα ήθελε να τα δει να φωτίζουν, όπως τα 'χε δει κάποτε, να λάμπουν από φως και από χαρά μες το σκοτάδι, σε κάποιο μπαρ κάπου στην Κάνιγγος. Και ίσως σε μπέρδεψαν τα λόγια που αράδιαζε σε κάτι τσαλακωμένα χαρτιά, που αντί να σου μιλάει σε ζωγράφιζε μέσα από λέξεις και προσπαθούσε να διαβάσει κάθε σου κίνηση. Και ίσως αυτό το κορίτσι να μη διάβασε καλά. Ίσως να ερμήνευσε λάθος και τότε έβαλε μια τρικλοποδιά στον εαυτό της και έπεσε. Έπεσε σε ένα κακό όνειρο και έβαλε τιμωρία την καρδιά της. Είπε πως έριξε λάθος ζαριά και χάθηκε σε μια κακοστημένη παρτίδα τάβλι. Και κάπου της πήραν όλα της τα πούλια, μα εκεί κατάλαβε ότι το όνειρο στο οποίο είχε τζογάρει δε θα το ΄χανε έτσι αμαχητί. Άφησε όμως τα πούλια και τα ζάρια στην άκρη, την κούρασαν τα στημένα παιχνίδια. Το πήρε πάνω της. Κι έτσι λοιπόν, ένα πρωί ανέβηκε στο πρώτο τρένο και ξεκίνησε το ταξίδι της ... σιγοτραγουδώντας ''εγώ τζογάρω στο όνειρο κι είμαι έτοιμη για όλα''. Και αν θυμάσαι πως συνεχίζει αυτό το τραγούδι, ίσως μπερδευτείς. Γιατί εκείνη χαμένη δε βγήκε. Το όνειρο την αγκάλιασε, και τα χέρια του έγιναν φτερά που τη σκέπασαν και ζέσταναν την καρδιά της. Γέμισε η ψυχή της από χρώματα και από γνώριμες κι αγαπημένες μουσικές. Της ζωγράφισε στα χείλη και πάλι ένα χαμόγελο. Και μετά της είπε κι εκείνος μια ιστορία. Ίσως να μην της είπε αυτά, που περίμενε να ακούσει. Ή πιο σωστά, ίσως να μην της είπε αυτά που θα 'θελε να ακούσει. Μα ήταν μια κάποια λύτρωση. 

Αυτό το κορίτσι λοιπόν, έκανε αρκετά χιλιόμετρα, για να βρει μια κάποια λύτρωση. Και 'θα κανε άλλα τόσα αν χρειαζόταν. Είδε σε αυτό το ταξίδι πολλά και ένιωσε άλλα τόσα. Είδε πως το φως αγκαλιάζει το σκοτάδι κι ύστερα μένει μόνο το φως, είδε ένα ζευγάρι μάτια βουρκωμένα που όμως της χαμογέλασαν. Είδε ότι η φωνή καμιά φορά βγαίνει κατευθείαν απ την καρδιά και ντύνει τα πιο όμορφα τραγούδια. Είδε ανθρώπους σχεδόν άγνωστους μεταξύ τους να τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους στην υγειά της ελευθερίας, στην υγειά της αγάπης, στην υγειά κάθε αδέσμευτου μυαλού. Είδε την ομορφιά της ψυχής ζωγραφισμένη σε ένα πρόσωπο. Κι είδε αυτό το πρόσωπο να γαληνεύει, δίπλα απ' το μαξιλάρι της. Κι είπε, ναι, να δεις ...που αυτό πρέπει να είναι ευτυχία. Γι' αυτό πρέπει να γράφουν στα βιβλία. Και σκέφτηκε πως για την ομορφιά και τη γαλήνη που είδε ζωγραφισμένη σε αυτό το πρόσωπο, πρέπει να γεμίσει πολλές σελίδες με μελάνι.

Και αφού λοιπόν, αυτό το κείμενο εδώ κάπου τελειώνει, και αφού το κορίτσι αυτό είμαι εγώ, κάνω αυτό το οποίο σκεφτόμουν αποχαιρετώντας σε, γεμίζω τις σελίδες με μελάνι. Καθαρογράφω τις σκόρπιες λέξεις που αράδιαζα στα τσαλακωμένα μου χαρτιά.


Και τώρα που τα ανέφερα αυτά τα τσαλακωμένα χαρτιά ... ξέρεις, ήθελα να σε ρωτήσω ...

Πόσα τσαλακωμένα χαρτιά χωράνε σε μια τσέπη; 

2 σχόλια:

  1. Υπέροχη για ακόμη μια φορά Μαριάννα μου!
    Καλό Μήνα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Να σαι καλά Αριάδνη μου :) Καλό μήνα και σε σένα !

    ΑπάντησηΔιαγραφή